ΘΕΛΗΜΑ

Ο όρος Θέλημα αναφέρεται στη θρησκευτική φιλοσοφία που δημιούργησε ο Άγγλος ποιητής και μυστικιστής Άλιστερ Κρόουλυ, ο οποίος τον Απρίλιο του 1904 όντας στο Κάιρο μαζί με την τότε σύζυγό του Ρόουζ Έντιθ Κρόουλυ, βίωσε μία πνευματική εμπειρία. Όπως ο ίδιος αναφέρει ήρθε σε επαφή με μία υπερφυσική οντότητα ονόματι Άϊβας που του υπαγόρευσε ένα κείμενο με τίτλο Liber AL vel Legis (Βιβλίο AL του Νόμου ή πιο απλά Βιβλίο του Νόμου). Το Βιβλίο του Νόμου ευαγγελίζεται τη διασφάλιση της ατομικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας, την καλλιέργεια της αρμονικής συμβίωσης και συνύπαρξης του ατόμου με το περιβάλλον του, την έμπρακτη έκφραση του Αληθινού Θελήματος κάθε ανθρώπου και την επίτευξη της πνευματικής του ολοκλήρωσης.

Αυτές οι παράμετροι συνθέτουν το Νόμο του Θελήματος ο οποίος συνοψίζεται με τις εξής προτάσεις από το Liber AL vel Legis:

«Πράττε αυτό που θέλεις θα είναι όλος ο Νόμος»
«Αγάπη είναι ο νόμος, αγάπη υπό το θέλημα»
«Κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα είναι ένα άστρο»

Όσοι αποδέχονται το Βιβλίο του Νόμου καλούνται Θελημίτες. Η ερμηνεία των νοημάτων του τα οποία είναι γραμμένα σε εξαιρετικά συμβολική γλώσσα προϋποθέτει μελέτη από πλευράς κάθε Θελημίτη έχοντας ως οδηγό τα κείμενα του Κρόουλυ, τον οποίο το ίδιο το Βιβλίο χαρακτηρίζει Προφήτη. Η δογματική λοιπόν του Θελήματος είναι αποτέλεσμα της διαλεκτικής ζύμωσης του κάθε Θελημίτη με το Liber AL vel Legis και τα υπόλοιπα κείμενα του Κρόουλυ που εξερευνούν τα περιεχόμενά του Βιβλίου.

Ο Νόμος του Θελήματος παρά τον θεμελιώδη ρόλο που αναθέτει στη θέληση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται σαν προτροπή για αχαλίνωτες και παράνομες συμπεριφορές αλλά αντίθετα προϋποθέτει το μέγιστο βαθμό αυτοπειθαρχίας. Συνεπάγεται την ανάληψη προσωπικής ευθύνης για μια πορεία αυτογνωσίας πέρα από τα πέπλα του σώματος και του νου, ανακάλυψης του Αληθινού Εαυτού και εξάσκησης του Αληθινού Θελήματος.

Η παραλαβή του Βιβλίου του Νόμου στις 8, 9 και 10 Απριλίου του 1904 e.v. σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής για την ανθρωπότητα, τον Αιώνα του Ώρου. Σύμφωνα με τον Κρόουλυ η ανθρωπότητα έχει περάσει ήδη από δύο άλλους Αιώνες αυτόν της Ίσιδας και αυτόν του Όσιρη. Ο όρος “Αιών” χρησιμοποιείται εδώ όχι με τη σημασία της εκατονταετίας αλλά μια εποχής που χαρακτηρίζεται από μία γενικότερη κοσμοθεωρία και μπορεί να είναι οποιασδήποτε χρονικής διάρκειας. Ο Αιώνας της Ίσιδας αφορά στην εποχή όπου κυριαρχούσε η λατρεία της Μεγάλης Μητέρας, και το Μέγα Έργο ήταν αποτέλεσμα συνεχούς ανάπτυξης. Στον Αιώνα του Όσιρη έχουμε τη λατρεία του Πατέρα Θεού και τη φόρμουλα των Θνήσκοντος και Ανασταινόμενου Θεού, με τους σχετικούς μύθους για τον Υιό του Θεού που όπως ο Ήλιος ανατέλλει, μεσουρανεί, δύει και ανατέλλει ξανά έτσι κι αυτός ενσαρκώνεται, αντιμάχεται τις σκοτεινές δυνάμεις, σκοτώνεται από αυτές αλλά ανασταίνεται θριαμβευτής. Τέτοιοι είναι οι μύθοι θεών όπως ο Όσιρις, ο Άδωνις, ο Διόνυσος και φυσικά ο Ιησούς. Οι μυημένοι αυτού του Αιώνα έπρεπε ομοίως να βιώσουν ψυχολογικά τον μυητικό θάνατο και ανάσταση για να επιτύχουν το Μέγα Έργο. Στον Νέο Αιώνα. τον Αιώνα του Ώρου σε αντιδιαστολή με τον Παλαιό Αιώνα του Όσιρη αυτό το δόγμα αυτοθυσίας και ενοχής απορρίπτεται. Όπως ακριβώς ο Ήλιος δεν σβήνει όταν βυθίζεται κάτω από τον ορίζοντα έτσι και ο μυημένος καλείται πλέον να συνειδητοποιήσει ότι ζωή και θάνατος δεν είναι παρά οι δύο όψεις του ίδιου φαινομένου και έτσι να ελευθερωθεί από την ενοχική ψυχολογία του μαρτυρίου που η φόρμουλα του Θνήσκοντος Θεού συνεπαγόταν.